ἔκτριμμα

ἔκ-τριμμα, ατος, τό,
A sore caused by rubbing, excoriation, Hp.Fract.29 (pl.);

ἐκτρίμματα ὑποδημάτων Dsc.2.151

.
II rubber, towel, Philox.2.41.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτριμμα — sore caused by rubbing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτριμμα — το (AM ἔκτριμμα) 1. ό,τι αποβάλλεται με το τρίψιμο 2. έλκος, πληγή που δημιουργείται από τρίψιμο αρχ. ύφασμα για τρίψιμο, πετσέτα, χειρόμακτρον …   Dictionary of Greek

  • ἐκτρίμματα — ἔκτριμμα sore caused by rubbing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.